Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2007

Λαογραφία


Κέλτες, λατινόφωνοι και Βλάχοι*

Το όνομα «Βλάχος», καθώς και το αντίστοιχό του το «Τσίντσαρος» φαίνεται πως δεν προέρχονται σε ευθεία γραμμή από την βλάχικη διάλεκτο, καθώς και τα δύο αυτά ονόματα δεν σημαίνουν ετυμολογικά τίποτε στα βλάχικα. Οι γλωσσολόγοι που μελέτησαν το ζήτημα της προέλευσης της λέξης «Βλάχος» δεν μπόρεσαν να καταλήξουν σε ομόφωνο πόρισμα. Σήμερα συναντάμε δύο κυρίαρχες τάσεις.

Η πρώτη άποψη (γερμανική σχολή) προέρχεται από την γερμανική ιστοριογραφία και υποστηρίζει πως το όνομα «Βλάχος» προήλθε από τις γερμανικές ομόριζες λέξεις Βελχ (Welch) και Βάλας (Walash), με την οποία οι Γερμανοί προσδιόριζαν τους λατινόφωνους πληθυσμούς, με τους οποίους γειτνίαζαν γεωγραφικά[1].

Υπό αυτήν την έννοια η λέξη Βλάχος (Wallash) έχει την ίδια ετυμολογική ρίζα με τις λέξεις Ουαλλός (Walles) και Βαλώνος (Wallon). Εκτιμάται λοιπόν, πως το όνομα Βλάχος παραδίδεται από τους Γερμανούς στους Σλάβους και δια μέσου αυτών μεταλαμπαδεύεται σε όλη την Βαλκανική χερσόνησο. Με αυτόν τον τρόπο μια ξένη λέξη, που δεν έχει καμία ετυμολογική σημασία στην ντόπια λαλιά, πολιτογραφήθηκε τελικά στο λεξιλόγιο των ρωμανόφωνων της χερσονήσου.

Η δεύτερη άποψη (σλαβονική σχολή) προέρχεται από την σλαβική ιστοριογραφία. Από μελέτη του καθηγητή Μίλαν Σίμοβιτς, με τίτλο «Die Altslavische sprache[2]» μαθαίνουμε για την ύπαρξη της λέξης «βλας[3]», «βλάσι» στην παλαιοσλαβική γλώσσα. Παράλληλες έρευνες επί του ισχυρισμού του καθηγητή Μ. Σίμοβιτς επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές, της ύπαρξης, δηλαδή, της ως άνω παλαιοσλαβικής λέξης με την σημασία που της απέδωσε πρώτος ο Σίμοβιτς. Υπό αυτήν την έννοια, φαίνεται πως οι κατερχόμενοι[4] στην βαλκανική Σλάβοι αποκάλεσαν Βλάχους τους προγενέστερους κατοίκους των εν λόγω περιοχών διέλευσης και τελικής τους εγκατάστασης. Οι πρώτοι ρωμανόφωνοι λαοί τους οποίους οι Σλάβοι συνάντησαν στην πορεία τους ήταν οι Δάκες, βορείως του Δούναβη. Έκτοτε η λέξη «Βλάχος» θα χρησιμοποιηθεί για να προσδιορίζει όλους τους ρωμανόφωνους πληθυσμούς της Βαλκανικής.

Την σλαβονική σχολή ενισχύει και το γεγονός ότι ως «Βλάχοι» αναφέρονται μόνο οι ρωμανόφωνοι της Βαλκανικής και όχι οι υπόλοιποι λατινόφωνοι λαοί της βόρειας, κεντρικής και νοτιοδυτικής Ευρώπης, παρά την χωροταξική γειτνίασή σους με τους Γερμανούς, γεγονός που παραπέμπει σε γλωσσολογικό γεγονός, άμεσα συνδεδεμένο με τις μεταναστευτικές κινήσεις των λαών στην προσδιορισμένη γεωγραφική περιοχή, στις αρχές της μεσαιωνικής περιόδου.

Τον ισχυρισμό του Μ. Σίμοβιτς ενισχύει και ο Τσέχος ιστορικός Ιωσήφ Παύλος Σάφαρικ, ο οποίος ισχυρίζεται πως οι παλαιοσλάβοι – πρωτοσλάβοι χρησιμοποιούσαν το όρο Βάλκ – Βλαχ για να προσδιορίσουν τους κελτικούς πληθυσμούς[5]. Επειδή όμως την εποχή που οι Σλάβοι έρχονται σε πρώτη επαφή με τους Κέλτες, οι τελευταίοι έχουν ήδη δεχτεί ως εθνική τους γλώσσα την λατινική, μπορεί, άφοβα, να εξαχθεί το συμπέρασμα πως όντως οι λέξεις Βλάχος – Βαλλώνος – Ουαλλός έχουν κοινή ρίζα, προσδιοριστική των λατινόφωνων πληθυσμών.

Την θέση του Ι.Π. Σάφαρικ στηρίζει και ο Ρώσος εθνογράφος Σ.Π. Τολστώφ, ο οποίος το 1984 διεξήγαγε σχετική έρευνα.

Σχετικά με το όνομα Τσίντσαρος, με το οποίο καταγράφουν οι σερβοκροατικές, οι γερμανικές και οι αυστροουγγρικές πηγές τους Βλάχους, που φτάνουν στις περιοχές τους από την Ηπειρομακεδονία κατά τη διάρκεια των 16ου, 17ου, 18ου και 19ου αί., υπάρχει μόνο μία ετυμολογική εξήγηση, όπως μας την παρουσιάζει ο επιφανής Σέρβος ακαδημαϊκός και ιστορικός της Βυζαντινής τέχνης Ντέγιαν Μεντάκοβιτς[6].

Αναφέρει λοιπόν ο Ν. Μεντάκοβιτς πως το όνομα Τσίντσαροι προέρχεται από την ρουμανική γλώσσα[7] και σημαίνει ισχυρός, πλούσιος, μεγαλέμπορος. Πρόκειται για προσδιοριστικό όνομα που χρησιμοποιούν οι σύγχρονοι Ρουμάνοι για να αντιδιαστείλουν τους Βλάχους της Ηπειρομακεδονίας[8] (στους οποίους αναφέρεται το εν λόγω όνομα) από τους Βλάχους της Μολδοβλαχίας.
___________________
*Στέφανου Σωτηρίου, "Οι Βλαχόφωνοι του Ευρωπαϊκού και Βαλκανικού χώρου", εκδόσεις Πελασγός, 1998
[1] Θεόδωρου Π. Σαράντη, «Οι Βλαχόφωνοι του ελληνικού χώρου», Αθήνα 1985
[2] Μίλαν Σίμοβιτς, «Die Altslavische sprache», Βερολίνο 1931
[3] ξένος – αλλότριος, αλλόφυλος
[4] η κάθοδος των Σλάβων στην χερσόνησο του Αίμου χρονολογείται από τον 6ο μ.Χ. αί.
[5] Εξ’ ου και Ουαλλός (Βρετανία) και Βαλλώνος (Βέλγιο)
[6] Βλάχος στην καταγωγή, από την Κορυτσά, το οικογενειακό του επώνυμο ήταν Καμπέρης
[7] σύνθετη λέξη, τσιν + τσαρ (τσάρος) = ισχυρός, πλούσιος, μεγαλέμπορος
[8] Μικρή και Μεγάλη Βλαχία: Με τον όρο Βλαχία προσδιορίζεται για πρώτη φορά στην ιστορία η περιοχή της Θεσσαλίας, κατά τους 12ο, 13ο και 14ο αί. Επί Συμεών Ουρεσίου Παλαιολόγου έκτασή της τότε έφτανε έως την Αχρίδα. Όπως μας μαρτυρούν οι Βυζαντινοί Νικήτας Χωνιάτης και Γεώργιος Ακροπολίτης η Θεσσαλία ονομαζόταν Μεγάλη Βλαχία και ήταν αυτόνομο διοικητικό διαμέρισμα με πρωτεύουσα την Τρίκκη (στην βλάχικη διάλεκτο το άρθρο «λα» χρησιμοποιείται στο τέλος της λέξης που προσδιορίζει, παρεφθαρμένο ως «λου». Τρίκκη>Τρίκκολου>Τρίκαλα). Στη συνέχεια η πρωτεύουσα της επαρχίας μεταφέρεται στις Νέες Πάτρες (Υπάτη). Την Μεγάλη Βλαχία παραχώρησε ο Σέρβος τσάρος Στέφανος Δουσάν στον αδελφό του Συμεών Ούρος (Σίνισα), τον επωνομαζόμενο Παλαιολόγο από την μητέρα του Μαρία Παλαιολογίνα, η οποία ήταν κόρη του Δεσπότη Ιωάννη Δούκα Παλαιολόγου. Ο πλήρης τίτλος του ήταν Κυρ Συμεών ο Παλαιολόγος, αυτοκράτωρ Ρωμάιων, Σερβίας και Ρουμανίας, ο Ούρεσις. Ο τίτλος αυτός φέρεται στα χρυσόβουλα που εξέδωσε στις Μονές των Μετεώρων, στα οποία υπογράφει ως αυτοκράτωρ της Ρουμανίας και των Ρωμαίων, είναι δε η πρώτη ιστορική αναφορά στους όρους Ρουμάνος – Βλάχος – Βλαχία, σε αντιδιαστολή (οι δύο τελευταίοι προσδιόριζαν σαφώς ελληνικούς πληθυσμούς και περιοχές).
Ο όρος Μεγάλη Βλαχία διατηρήθηκε στην Θεσσαλία από τον 12ο έως τον 19ο αιώνα (Πουκεβίλ, Ληκ).
Παράλληλα δημιουργείται και ο όρος Μικρή Βλαχία, που καλύπτει την ηπειρωτική πλευρά της Πίνδου, έως και την Αιτωλοακαρνανία και τα παράλια του Κορινθιακού. Όταν, κατά τον 14ο αι. οι Τούρκοι προωθούνται στην Βαλκανική προσαρμόζουν στην γλώσσα τους τις χωροταξικές αυτές διαφοροποιήσεις μετονομάζοντας σε Κουτσόβλαχους (κιουτσούκ = μικρός) τους κατοίκους της δυτικής Πίνδου και σε Μπουγιούκ Βαλακί (μπουγιούκ = μεγάλος) τους Θεσσαλομακεδόνες.